δάνεισμα


δάνεισμα
ссуда, заём

Ancient Greek-Russian simple. 2014.

Смотреть что такое "δάνεισμα" в других словарях:

  • δάνεισμα — neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δάνεισμα — το (AM δάνεισμα) [δανείζω] ο δανεισμός αρχ. 1. η παροχή 2. φρ. «δάνεισμα ποιοῡμαι» δανείζομαι …   Dictionary of Greek

  • δανεισμάτων — δάνεισμα neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανείσμασι — δάνεισμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανείσμασιν — δάνεισμα neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανείσματα — δάνεισμα neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανείσματι — δάνεισμα neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δανείσματος — δάνεισμα neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ЭМПОРИЙ, ЭМПОРЫ — •Emporīum, Emporĭae, Έμπορει̃ον и Έμπόριαι, город и гавань индигетов в Hispania Tarraconensis там, где Пиренейские горы граничат со Средиземным… …   Реальный словарь классических древностей

  • Торговец —    • Έμπορος          (εμπορία, ср. Mercatura, Торговля), оптовый торговец, отличается от αυτοπώλης и κάπηλος. Αυτοπώλης продает им самим выработанные товары, как, напр., поселянин, привозящий в город деревенские продукты, ремесленник,… …   Реальный словарь классических древностей

  • ημεροδάνεισμα — το δάνειο που παρέχεται με ημερήσιο τόκο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ημερ(ο) + δάνεισμα (< δανείζω)] …   Dictionary of Greek